Ανθολόγιο Καββαδίας

Νίκος Καββαδίας

Ο Nίκος Καββαδίας γεννήθηκε στην επαρχία Harbin της Μαντζουρίας, στην μικρή πόλη Νικόλσκι Ουσουρίσκι το 1910 – ήταν γιος του μεγαλεμπόρου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλονιά, αλλά μεγάλωσε στην Ελλάδα.

Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και ο Καββαδίας πήγε στη Γαλλική σχολή και στο Γ΄ Γυμνάσιο Πειραιά όπου από πολύ νωρίς, άρχισε να δείχνει το ενδιαφέρον του για τη Λογοτεχνία συνέχεια εδώ

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό, μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο, που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ‘χα φοβηθεί, το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Νίκος Καββαδίας – Ποίημα Μαραμπού

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή, κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο, και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ έναν σταυρό επάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Νίκος Καββαδίας – Ποίημα Μαραμπού

Νίκος Καββαδίας 1910 – 1975 (2)

  1. Μαραμπου 1933
kavadias
Νίκος Καββαδίας 1910 – 1975

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί,
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπο ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσια και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε μένανε πληγές θανατερές
κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα (…)
συνέχεια Αξιολόγηση (προσωπική) 💛💛💛💛

  1. Ο Ουιλι ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτι 1933

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής απ’ το Τζιμπουτί
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε
στην κάμαρα μου ερχότανε γελώντας να με βρει
κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μιλούσε.

Μου ‘λεγε πως καπνίζουν στο Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πως χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη
κι έπειτα πως φωνάζουν και πως μονολογούν
όταν η ζάλη μ’ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει

Μου ‘λεγε ακόμα ότι είδ’ αυτός μια νύχτα που ‘χε πιεί
πως πάνω ότι εκάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης
και πίσωθε του έτρεχαν γοργόνες με φτερά
Σαν πάμε στο Άντεν, μου ‘λεγε και συ θα δοκιμάσεις

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξυραφιών

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξυραφιών
και του ‘λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει
και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά
με το ‘να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει

Djibouti Nomad
Djibouti Nomad – Wikimedia

Μες στο τεράστιο σώμα του είχε αθώα καρδιά
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα —στη Μαρσίλια,
για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ’ τον πυρετό
πέρα στην Άπω Ανατολή να φλέγεται, να λιώνει
Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ
και δώστου εκεί που βρίσκεται λίγη απ’ την άσπρη σκόνη.

Πηγή Αξιολόγηση ποιήματος (προσωπική) 💛💛💛

Νίκος Καββαδίας Μαραμπού
Ο Ουίλυ, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί